Η 4η Ιουλίου του 2004 δεν είναι απλώς μια ιστορική ημερομηνία για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Είναι μια από εκείνες τις σπάνιες στιγμές που ολόκληρη η χώρα ένιωσε πραγματικά ενωμένη. Η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος από την Εθνική Ελλάδας απέναντι σε κάθε προγνωστικό δεν αποτέλεσε μόνο έναν αθλητικό θρίαμβο αλλά ήταν ένα συλλογικό βίωμα που έβγαλε εκατομμύρια ανθρώπους στους δρόμους, χαρίζοντας εικόνες που δύσκολα θα ξεχαστούν.
Ίσως, μάλιστα, να ήταν η τελευταία φορά που η Ελλάδα πανηγύρισε τόσο αυθόρμητα και τόσο ενωμένη, χωρίς διαχωρισμούς και χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Από τότε πέρασαν περισσότερες από δύο δεκαετίες. Πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι. Η επιτυχία εκείνης της ομάδας χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές ως σημείο αναφοράς, άλλοτε για πολιτική προβολή, άλλοτε για επικοινωνιακούς λόγους και άλλοτε για να καλύψει τις χρόνιες παθογένειες του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Εκείνος όμως που δεν κέρδισε πραγματικά από το θαύμα του 2004 ήταν το ίδιο το ελληνικό ποδόσφαιρο και, κυρίως, η ερασιτεχνική του βάση.
Μια τόσο μεγάλη επιτυχία θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου ανάπτυξης. Με επενδύσεις στις ακαδημίες, σύγχρονες αθλητικές εγκαταστάσεις, εκπαίδευση προπονητών, στήριξη των ερασιτεχνικών σωματείων και δημιουργία μιας ποδοσφαιρικής κουλτούρας που θα ξεκινούσε από τις μικρές ηλικίες. Αντί γι' αυτό, επικράτησαν η προχειρότητα, οι αποσπασματικές κινήσεις και η απουσία συνέχειας.
Κάθε χρόνο, στις 4 Ιουλίου, επαναλαμβάνονται οι ίδιες συγκινητικές εικόνες, τα ίδια αφιερώματα και οι ίδιες βαθυστόχαστες αναλύσεις για το «θαύμα της Πορτογαλίας».
Οι επιτυχίες στον αθλητισμό δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως φωτοβολίδες που φωτίζουν για λίγο τον ουρανό και ύστερα χάνονται. Πρέπει να γίνονται το θεμέλιο για το μέλλον. Και αυτό, δυστυχώς, δεν συνέβη.
Το 2004 απέδειξε ότι η Ελλάδα μπορεί να φτάσει στην κορυφή. Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι γιατί δεν φρόντισε να χτίσει τις βάσεις ώστε η επιτυχία εκείνη να αποτελέσει την αρχή και όχι μια όμορφη εξαίρεση που θυμόμαστε κάθε 4η Ιουλίου.
