Η ανακοίνωση των νέων πινάκων διαιτητών της Α’ Εθνικής για τη νέα ποδοσφαιρική περίοδο προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, συζητήσεις και προβληματισμό. Αυτό που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση σε πολλούς ανθρώπους του ποδοσφαίρου είναι η πλήρης απουσία διαιτητή από τη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους και ιστορικότερους συνδέσμους διαιτητών της χώρας, καθώς και πρωταθλήματα με έντονη αγωνιστική δραστηριότητα και υψηλές απαιτήσεις.
Το γεγονός αυτό από μόνο του δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Είναι δυνατόν μια τόσο μεγάλη ποδοσφαιρική περιφέρεια να μην διαθέτει ούτε έναν διαιτητή που να πληροί τα κριτήρια για την κορυφαία κατηγορία; Αν πράγματι αυτή είναι η πραγματικότητα, τότε κάποιος οφείλει να το εξηγήσει δημόσια και με σαφήνεια.
Δεν γνωρίζω τον ακριβή τρόπο με τον οποίο γίνονται οι αξιολογήσεις και οι επιλογές. Ωστόσο, στον χώρο του ποδοσφαίρου ακούγονται συχνά σχόλια περί δημοσίων σχέσεων, προσωπικών γνωριμιών και παρασκηνιακών πιέσεων που ενδεχομένως επηρεάζουν τις κρίσεις. Δεν υιοθετώ αυτές τις απόψεις, αλλά η έλλειψη ενημέρωσης και διαφάνειας αφήνει χώρο για κάθε είδους ερμηνεία και καχυποψία.
Αυτό που θα περίμενε κανείς από τους αρμόδιους δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια τεκμηριωμένη αιτιολόγηση. Να μας πουν, για παράδειγμα, ότι οι διαιτητές της Θεσσαλονίκης δεν έφτασαν στο απαιτούμενο επίπεδο αξιολόγησης. Να μας εξηγήσουν αν υπάρχουν αδυναμίες στην εκπαίδευση, στην προετοιμασία ή στη λειτουργία των αρμόδιων φορέων. Να μας πουν αν ο Σύνδεσμος Διαιτητών, η ΕΔ/ΕΠΣΜ ή γενικότερα το τοπικό ποδοσφαιρικό περιβάλλον χρειάζονται βελτίωση και κάτι δεν έκαναν σωστά!
Αν υπάρχουν λάθη, παραλείψεις ή αδυναμίες, οι άνθρωποι της Θεσσαλονίκης έχουν δικαίωμα να τις γνωρίζουν, ώστε να εργαστούν για τη διόρθωσή τους και να διεκδικήσουν καλύτερη εκπροσώπηση στο μέλλον.
Από την άλλη πλευρά, αν δεν υπάρχει καμία επίσημη εξήγηση, η απορία παραμένει και δίνει το δικαίωμα σε αρκετό κόσμο του ποδοσφαίρου να πιστεύει ότι οι αξιολογήσεις δεν γίνονται με δίκαια κριτήρια και αυτό απογοητεύει τους νέους διαιτητές που μέσα στο μυαλό τους στριφογυρίζει το ότι δεν θα μπορέσουν ποτά να φτάσουν σε υψηλό επίπεδο!
Γνωρίζω επίσης ότι ο αρχιδιαιτητής Στεφάν Λανουά φαίνεται να έχει επιλέξει ένα μοντέλο λειτουργίας στο οποίο οι τοπικές Ενώσεις δεν διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στις αποφάσεις και δεν υπάρχει συστηματική επικοινωνία μαζί τους. Πρόκειται ασφαλώς για δικαίωμά του και μέρος της φιλοσοφίας που επιθυμεί να εφαρμόσει. Όμως η ανεξαρτησία των αποφάσεων δεν αποκλείει την ενημέρωση και την παροχή εξηγήσεων προς όσους υπηρετούν το ποδόσφαιρο στην περιφέρεια.
Η Θεσσαλονίκη δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Δεν ζητά θέσεις «κατ’ αναλογία» της ιστορίας ή του μεγέθους της. Ζητά μόνο το αυτονόητο: διαφάνεια, αξιοκρατία και μια καθαρή απάντηση. Αν οι διαιτητές της δεν ήταν οι καλύτεροι, ας το ακούσουμε. Αν υπάρχουν αδυναμίες, ας επισημανθούν. Αν χρειάζεται δουλειά, ας γίνει.
Γιατί μόνο γνωρίζοντας την πραγματικότητα μπορείς να γίνεις καλύτερος. Και μόνο μέσα από την ειλικρινή αξιολόγηση μπορείς να ελπίζεις ότι την επόμενη χρονιά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά.
