Η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από την πρόθεση της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας να καθιερώσει την υποχρεωτική συμμετοχή ποδοσφαιριστή γεννημένου το 2009 στα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα έχει προκαλεί έντονες αντιδράσεις και συζητήσεις. Για άλλους πρόκειται για ένα αναγκαίο βήμα που θα δώσει ευκαιρίες στη νέα γενιά ποδοσφαιριστών. Για άλλους, αποτελεί ένα μέτρο που κινδυνεύει να δημιουργήσει ανισότητες μεταξύ των ισχυρών σωματείων των πόλεων και των ομάδων της περιφέρειας.
Αναμφίβολα, η βασική φιλοσοφία του μέτρου είναι θετική. Το ελληνικό ποδόσφαιρο αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια το πρόβλημα της περιορισμένης συμμετοχής Ελλήνων παικτών στις ανδρικές κατηγορίες. Πολλοί ταλαντούχοι ποδοσφαιριστές ολοκληρώνουν τις ακαδημίες τους χωρίς να βρίσκουν ουσιαστικό χρόνο συμμετοχής σε ανταγωνιστικά πρωταθλήματα. Η υποχρεωτική παρουσία ενός νεαρού ποδοσφαιριστή στο γήπεδο μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης, αναγκάζοντας τα σωματεία να επενδύσουν περισσότερο στις ακαδημίες τους και να δώσουν πραγματικές ευκαιρίες στα δικά τους παιδιά.
Ωστόσο, η πραγματικότητα του ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου δεν είναι ίδια σε όλη τη χώρα. Οι ομάδες των μεγάλων πόλεων διαθέτουν συνήθως πολυάριθμες ακαδημίες μεγαλύτερη δεξαμενή αθλητών, καλύτερες υποδομές και περισσότερους προπονητές. Αντίθετα, πολλά σωματεία της περιφέρειας παλεύουν καθημερινά με τη μείωση του πληθυσμού, τη φυγή των νέων προς τα αστικά κέντρα και τη δυσκολία στελέχωσης ακόμη και των ομάδων ενώ ακόμη πιο δύσκολο είναι να διαθέτουν τμήματα υποδομής.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εφαρμογή ενός ενιαίου κανόνα για όλους ενδέχεται να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει. Μια ομάδα σε μια μεγάλη πόλη μπορεί να έχει στη διάθεσή της αρκετούς ποδοσφαιριστές γεννημένους το 2009 και να επιλέγει τον πιο έτοιμο αγωνιστικά. Αντίθετα, ένα σωματείο σε μια μικρή επαρχιακή περιοχή μπορεί να διαθέτει ελάχιστους ή και κανέναν ποδοσφαιριστή της συγκεκριμένης ηλικίας. Το αποτέλεσμα θα είναι οι ήδη ισχυρές ομάδες να προσαρμοστούν εύκολα, ενώ οι ομάδες της επαρχίας να βρεθούν σε ακόμη πιο δύσκολη θέση.
Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να δοθούν ευκαιρίες στους νέους ποδοσφαιριστές. Σε αυτό υπάρχει σχεδόν καθολική συμφωνία. Το ερώτημα είναι αν το μέτρο συνοδεύεται από τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να εφαρμοστεί δίκαια. Χωρίς ενίσχυση των ακαδημιών της περιφέρειας, χωρίς οικονομικά κίνητρα για τα σωματεία που αναδεικνύουν νεαρούς παίκτες και χωρίς πρόβλεψη για τις περιοχές που αντιμετωπίζουν δημογραφικά προβλήματα, η υποχρεωτική συμμετοχή κινδυνεύει να λειτουργήσει υπέρ των ήδη ισχυρών. Τότε τι πρωταθλήματα θα έχουμε; Μπορεί ο καθένας να βγάλει τα συμπεράσματα του!
Η ανάπτυξη του ελληνικού ποδοσφαίρου απαιτεί περισσότερους νέους ποδοσφαιριστές στα γήπεδα. Όμως η επιτυχία ενός τέτοιου μέτρου δεν θα κριθεί μόνο από την πρόθεση, αλλά κυρίως από τον τρόπο εφαρμογής του. Αν η ΕΠΟ επιθυμεί πραγματικά να ενισχύσει το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, οφείλει να λάβει υπόψη τις μεγάλες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Διαφορετικά, ένα μέτρο που σχεδιάστηκε για να δημιουργήσει ευκαιρίες μπορεί τελικά να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ανισότητα.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αγωνίζεται ένας «μικρός». Το ζητούμενο είναι να μπορούν όλα τα σωματεία της χώρας να έχουν τη δυνατότητα να αναπτύσσουν και να αξιοποιούν τους δικούς τους νέους ποδοσφαιριστές, ανεξάρτητα από το μέγεθος ή τη γεωγραφική τους θέση. Αυτό θα αποτελούσε πραγματική νίκη για το ελληνικό ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο.
