Υπάρχει μια φράση που ακούγεται συχνά στην Ελλάδα και, όσο κι αν μοιάζει με υπερβολή, δείχνει να επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά: «κανείς δεν αγιάζει στον τόπο του». Στον χώρο του ποδοσφαίρου, η περίπτωση του Γιώργου Δώνη αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας.
Ο Γιώργος Δώνης, ένας άνθρωπος που υπηρέτησε το ελληνικό ποδόσφαιρο τόσο ως ποδοσφαιριστής όσο και ως προπονητής, δεν κατάφερε ποτέ να απολαύσει τη σταθερή εμπιστοσύνη που ίσως άξιζε εντός συνόρων. Αντίθετα, αναγκάστηκε να αναζητήσει ευκαιρίες στο εξωτερικό, όπου όχι μόνο βρήκε πρόσφορο έδαφος, αλλά κατάφερε και να διακριθεί. Οι επιτυχίες του αποδεικνύουν πως το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η αξία του, αλλά το περιβάλλον στο οποίο κλήθηκε να εργαστεί.
Την ίδια στιγμή, το ελληνικό ποδόσφαιρο επιλέγει συχνά να επενδύει σε ξένους προπονητές, οι οποίοι παρουσιάζονται ως «σωτήρες», χωρίς όμως πάντα να δικαιώνουν τις προσδοκίες. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι καινούργιο. Συνοδεύεται από μια διαρκή απαξίωση του Ελληνικού δυναμικού και μια τάση να θεωρείται το «ξένο» αυτομάτως ανώτερο.
Το αποτέλεσμα; Έλληνες προπονητές με ικανότητες και προοπτική να αναζητούν αναγνώριση και επαγγελματική εξέλιξη μακριά από την πατρίδα τους. Και το πιο ειρωνικό είναι πως, όταν τελικά πετυχαίνουν στο εξωτερικό, τότε μόνο αρχίζουν να τυγχάνουν της εκτίμησης που δεν έλαβαν ποτέ στην Ελλάδα.
Το ζήτημα αυτό δεν είναι αμιγώς αθλητικό αλλά έχει καταστεί μια παθογένεια και έχουμε μια δυσκολία στο να αναγνωρίσουμε και να στηρίξουμε τους «δικούς μας» ανθρώπους, πριν αυτοί αναγκαστούν να αποδείξουν την αξία τους αλλού. Μέχρι τότε, θα συνεχίζουμε να βλέπουμε ταλέντα να φεύγουν και να αναρωτιόμαστε γιατί δεν καταφέρνουμε να χτίσουμε κάτι σταθερό και αξιόπιστο στον τόπο μας.
Ίσως τελικά το πρόβλημα να μην είναι η έλλειψη ικανών ανθρώπων, αλλά η έλλειψη εμπιστοσύνης σε αυτούς.
Και όσο αυτή η νοοτροπία παραμένει, η φράση «Ελλάδα, που τρως τα παιδιά σου» δεν θα ακούγεται ως υπερβολή, αλλά ως μια πικρή, επαναλαμβανόμενη αλήθεια.
