Μια φορά κι έναν καιρό ο Ήλιος και ο Βοριάς μάλωναν για το πώς ήταν ο πιο δυνατός. Κι είχαν τόσο πείσμα ώστε κανένας τους δεν υποχωρούσε και δεν έκανε πίσω. Έτσι όμως δεν έβγαινε συμπέρασμα, τόσο πεισματάρηδες ήταν και οι δυο τους.
-Σου προτείνω ένα στοίχημα!
...είπε τέλος ο Βοριάς. Να διαλέξουμε στην τύχη έναν άνθρωπο κι όποιος από τους δυο μας καταφέρει να του βγάλει την κάπα του, εκείνος θα είναι κι ο δυνατότερος.
- Δέχομαι! είπε ο Ήλιος.
Σε λίγο φάνηκε στον κάμπο ένας άνθρωπος που πήγαινε ολομόναχος. Άρχισε τότε ο Βοριάς να φυσάει δυνατά. Ο διαβάτης έσκυψε το κεφάλι του και τυλίχτηκε πιο πολύ στην κάπα του για να προφυλαχθεί από τον άνεμο.
Ο Βοριάς τότε έξαλλος φύσηξε ακόμη πιο δυνατά και ο διαβάτης τυλίχτηκε ακόμη πιο σφιχτά. Στο τέλος μάλιστα, ο άνθρωπος έβγαλε και μια κουβέρτα που είχε μαζί του και τυλίχτηκε και μ’ αυτήν. Έτσι ο Βοριάς είδε κι αποείδε και σταμάτησε να φυσάει. Γύρισε τότε στον Ήλιο και του είπε:
-Εγώ δεν τα κατάφερα. Σειρά σου τώρα να προσπαθήσεις.
Τότε ο Ήλιος πρόβαλε ολόλαμπρος στον ουρανό και αμέσως ο διαβάτης έβγαλε από πάνω του την κουβέρτα. Ο Ήλιος συνέχισε και δυνάμωσε και άλλο την λάμψη του και ο διαβάτης τότε άρχισε να ζεσταίνεται. Στο τέλος δυνάμωσε τη λάμψη του τόσο πολύ που ο διαβάτης άρχισε να ιδρώνει κι έτσι άρχισε να ξεκουμπώνει την κάπα του, ώσπου την έβγαλε τελείως.
- Εσύ τελικά είσαι ο δυνατότερος! παραδέχτηκε ο Βοριάς κι αποχαιρέτησε τον Ήλιο.
