Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Η συναυλία στην φυλακή του "Γεντί Κουλέ"

 

Κάνοντας την γνωστή καθημερινή βόλτα στο διαδίκτυο αλίευσα μία ανάρτηση του γνωστού Κρητικού δημοσιογράφου Μιχάλη Στρατάκη που μεσουρανούσε την εποχή της <<Θεσσαλονίκης>> και της <<Μακεδονίας.>>

Επειδή έζησα από κοντά όλα αυτά που διηγείται στην ανάρτηση του,έχω να πω ότι πραγματικά είχε γίνει πάταγος εκείνη την εποχή και επίσης το ότι ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος έκανε και άλλες αγαθοεργίες  και βοήθησε πολύ κόσμο να βγει από δύσκολες καταστάσεις.

Θυμάμαι που τις κρύες νύχτες του Χειμώνα έδινε το παρών για να χαλαρώσει μετά το <<κλείσιμο>> της σελίδας που διαβάζονταν φανατικά από χιλιάδες κόσμου την αιχμηρή πένα του.

Να είναι καλά όπου και να είναι...... 

<<Υπήρχε, που λες, πολλή ανθρωπιά σ’ εκείνη την παρακμή, το περιθώριο, την παρανομία της νύχτας, όπως θέλεις πεσ’ τηνε.

Πολλή περισσότερη από κείνη που έβρισκες, αν έβρισκες, στον ντεμέκ καθωπρεπισμό της μέρας.

Αλλά έτσι τα ‘χει φτιαγμένα ο Θεός.

Να βλαστημούμε όποιον τη νύχτα περπατεί, γιατί λάσπες και σκατά πατεί, και να προσκυνούμε εκείνους που όλη τη μέρα γεμίζουνε τον κόσμο με λάσπες και σκατά.

Τέλος πάντων, ας μιλήσω για την ανθρωπιά εκείνων των ανθρώπων, που είχανε κάνει τη νύχτα μέρα, γιατί έτσι ήτανε το γραφτό τους και σαν να μην έφτανε αυτό, αναγκαζόντουσαν να κυνηγούνε το νυχτοκάματο σε συνθήκες παρακμής, περιθωρίου και παρανομίας, επειδή έτσι αποφάσισε το κουβέρνο και ντελάλησε ο Στέλιος Παπαθεμελής, ως αρμόδιος νυχτοκράτωρ.

Μια νύχτα ονειρομάνα, κοντά στα ξημερώματα και πριν να βγει ο ήλιος, ήμασταν με τον αείμνηστο Αλέκο Καραμανλή στην θρυλική «Καλύβα» του Χρήστου Ασιατίδη, όπου γινότανε κάθε βράδυ το έλα να δεις, χάρη στην τεράστια Μαριάνθη Κεφάλα που τραγουδούσε.

Παράνομα καθόμασταν στο μαγαζί, αφού η ώρα λήξης της άδειας που μας είχε δώσει ο Στέλιος είχε προ πολλού περάσει, αλλά μια χαρά κάνανε τη δουλειά τους οι τσιλιαδόροι, μια χαρά περνούσαμε και μεις ακούγοντας το «Αν ήσουν δάκρυ μου δε θα ‘κλαιγα ποτέ να μη σε χάσω», το «’Ησυχα κάθονται μόνο τα’ αγάλματα», το «Ζητείται άνθρωπος» κι όλα τ’ άλλα τραγούδια της Μαριάνθης.

Χαμός των χαμών στο μαγαζί, αλλά κάποτε ο διαιτητής ήλιος εσφύριξε τη λήξη του αγώνα και τα γκαρσόνια άρχισαν να αναποδογυρίζουνε τις καρέκλες πάνω στα τραπέζια.

Εμείς δε λέγαμε να κουνήσουμε από τις καρέκλες μας.

‘Ελεγα στον Καραμανλή μια ιδέα που τριβίλιζε το μυαλό μου από μέρες κι αυτός συμφωνούσε μετά συγχαρητηρίων.

Ήρθε και η Μαριάνθη στο τραπέζι μας και ξανάπα την ιδέα μου, μιας και περιελάμβανε και την ίδια.

Η ιδέα ήταν τουτη:

Η Μαριάνθη, ο Ζαφείρης Μελάς με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες και όλη η ορχήστρα της «Καλύβας», να πηγαίνανε στις φυλακές του Γεντί Κουλέ ανήμερα το Πάσχα που κοντοσίμωνε και να παίξουνε σ’ ένα πασχαλιάτικο γλέντι για τους φυλακισμένους, κάτι που θα γινότανε για πρώτη φορά στα χρονικά.

Η Μαριάνθη με φίλησε.

Φώναξε και τον άντρα της τον Χρήστο Ασιατίδη στο τραπέζι, φώναξε και τον μαέστρο που δεν είχε φύγει ακόμα, τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε και βάλαμε μπρος την υλοποίηση της ιδέας μου.

Πρώτη φορά θα γινότανε τέτοιο πράγμα σε φυλακή και σαφώς υπήρχανε δυσκολίες, αφού χρειαζόμαστν ένα διάολο άδειες από ένα κάρο υπουργεία, υπηρεσίες, εισαγγελείς, αστυνομίες και δεσποτάδες.

Ανέλαβα την ευθύνη της αντιμετώπισης όλων αυτών των προβλημάτων και τα κατάφερα.

Έτσι, ανήμερα το Πάσχα όλο το προσωπικό της «Καλύβας» με επικεφαλής τη Μαριάνθη Κεφάλα και τον άντρα της ήμασταν στη μεγάλη αυλή της φυλακής, που είχε διαμορφωθεί κατάλληλα για το πασχαλιάτικο γλέντι.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου εκείνη την ημέρα, που πρωτομπήκα πίσω από της φυλακής τα σίδερα.

Συγκλονιστικές στιγμές έζησα, παρακολουθώντας του φυλακισμένους να χορεύουν βουτηγμένοι σε πελάγη χαρμολύπης. 

Μα πιότερο συγκλονίστηκα όταν, μιλώντας με αυτούς τους ανθρώπους, έμαθα ότι κάμποσοι ήσανε στη φυλακή, για μικροχρέη στο Δημόσιο.

Σαν τ’ άκουσα, μια δεύτερη ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό μου.

Έπρεπε να βρω λεφτά για να λευτερώσω αυτούς τους κακομοίρηδες που χρωστούσανε και δεν είχανε να πληρώσουνε τη μαμά Ελλάδα, για να τους επέτρεπε ν’ ανασαίνουν ελεύθεροι.

Είπα την ιδέα μου στο διευθυντή του Γεντί Κουλέ και αυτός μου ορμήνεψε πώς έπρεπε να κινηθώ.

Μόλις εφύγαμε από τη φυλακή, μίλησα με κάποιους ανθώπους, με πρώτους τον Χρήστο Ασιατίδη, την Μαριάνθη Κεφάλα, τον Ζαφείρη Μελά και άλλους φίλους.

Η ανταπόκριση τους ήταν συγκινητική.

Ο Ασιατίδης και Η Μαριάνθη δήλωσαν πως όλες τις εισπράξεις της «Καλύβας» μια βραδιά, θα τις διέθεταν για την επίτευξη του στόχου μας.

Όλοι οι καλλιτέχνες του κέντρου τους δήλωσαν πως ένα νυχτοκάματο τους θα το χάριζαν.

Εκμεταλλεύτηκα και τη θέση που είχα στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» δημοσιεύοντας κάποια πράγματα και η ανταπόκριση πολλών αναγνωστών ήταν άμεση.

Απευθύνθηκα και στους προσωπικούς μου φίλους, σαν τον διακονιάρη.

Όλοι έβαλαν το χέρι στην τσέπη. Πλούσιοι και φτωχοί.

Με τα λεφτά που μαζεύτηκαν στο χέρι, άρχισα να επισκέπτομαι εισαγγελείς και δικαστές, υπουργούς και διευθυντάδες και τελικά κατέληξα στον διευθυντή του Γεντί Κουλέ, με τα αποφυλακιστήρια κάποιων φυλακισμένων, υπογεγραμμένα και σφραγισμένα.

Έτσι, κάποιοι άνθρωποι βγήκανε από τη φυλακή, χάρη κυρίως στους ανθρώπους της νύχτας, στους ανθρώπους της «παρακμής», του «περιθωρίου» και της «παρανομίας».

Και αν επρόσθεσα έστω μια συλλαβή υπερβολής στα γεγονότα, φωτιά να πέσει να με κάψει.

Αντίθετα, πολλά παρέλειψα, γιατί ξέρω πως κάποιοι άνθρωποι δεν θα ήθελαν να τ’ αναφέρω.

Καλύτερα τ’ αμίλητα, παρά τα μιλημένα.>>