Περασμένη Παρασκευή βραδάκι. Χτυπάει ένα άγνωστο τηλέφωνο.
Το σηκώνω. Πρόκειται για συγγενικό πρόσωπο του Μάκη Ψωμιάδη. Λίγες ώρες νωρίτερα είχε γίνει η κηδεία: «Κύριε Καίσαρη, δεν γνωριζόμαστε, πήρα να σας πω ευχαριστώ γι' αυτά που γράψατε για τον Μάκη». Στην κουβέντα απάνω, μου εκμυστηρεύτηκε κάποιες λεπτομέρειες: «Είχε το πρόβλημα στην καρδιά. Ήξερε ότι ήταν σοβαρό. Δεν ήθελε να κάνει εγχείρηση. Λες και ήθελε να φύγει.
Λες και το είχε πάρει απόφαση. Λες και ήξερε αυτό που θα συμβεί. Τώρα στις γιορτές, φώναξε τον καλύτερο του φίλο και του έκανε ένα πολύ μεγάλο δώρο.
Όταν αυτός αντέδρασε, η απάντηση του Μάκη ήταν προφητική: "Να είσαι καλά. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί αύριο". Λες κι ο ίδιος ήξερε αυτό που επρόκειτο να συμβεί σε λιγότερο από δέκα μέρες».
ΑΜΕΣΩΣ επανέφερα στη μνήμη μου την πρόσφατη εικόνα του Μάκη Ψωμιάδη. Ανατρέχω στο κείμενο που είχα γράψει για το «Εθνος» την προηγούμενη Κυριακή: «Ο Ψωμιάδης μετά την αποφυλάκιση του ήταν άλλος άνθρωπος. Η υγεία του στη φυλακή κλονίστηκε. Και σαν προσωπικότητα τσαλακώθηκε. Δεν ήταν κανένα παιδάκι, αλλά η φυλακή τον έκανε άλλον άνθρωπο: "Δεν θέλω να βλέπω κανέναν. Δεν θέλω να με παίρνουν τηλέφωνο, πέρα από δυο φίλους.
Δεν θέλω να με βλέπουν στον δρόμο και να με λυπούνται. Μη δίνεις τον αριθμό μου". Δεν έβλεπε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Δεν ήθελε παρτίδες με ανθρώπους του ποδοσφαίρου. Συμβαίνει και στους πλέον σκληρούς. Είχε πρόβλημα στην καρδιά. Επρεπε να κάνει μια επέμβαση, αλλά την άφησε για μετά τις γιορτές. Δεν πρόλαβε. Τελικά δεν πλήρωσε με τέσσερα χρόνια ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΤΗΝ ΑΝΤΕΞΕ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ.
ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΕ ΤΗΝ ΗΤΤΑ φυλακή. Πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή».
ΟΛΑ τα παραπάνω ήταν η πρόσφατη εικόνα που είχα για τον Μάκη Ψωμιάδη. Από τις συναντήσεις μας τους δύο τελευταίους μήνες. Το παζλ πλέον είχε συμπληρωθεί στο 100%. Ο Ψωμιάδης ηττήθηκε. Έχασε. Έχασε για πρώτη φορά στη ζωή του. Μπήκε φυλακή. Κι όχι ότι δεν την άντεξε. Τη φυλακή την άντε ξε και με το παραπάνω. Δεν άντεξε την ήττα. Δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει.
Εύλογα κάποιος μπορεί να πει: «Δηλαδή, ένας Μάκης Ψωμιάδης δεν μπόρεσε να αντέξει τέσσερα χρονιά φυλακή»; Οσο κι αν ακούγεται ακατανόητο, συνέβη. Ο Μάκης Ψωμιάδης «πέθανε» με τη σύλληψή του στα Σκόπια. Υστερα από τέσσερα χρόνια τίποτα δεν ήταν πλέον ίδιο. Δεν έπινε ούτε μια σταγόνα ουίσκι, δεν τράβαγε ούτε μια ρουφηξιά από το πούρο και να φυσήξει τον καπνό έξω. Δεν είχε καμιά διάθεση για καινούργιες δουλειές. Το ποδόσφαιρο είχε τελειώσει οριστικά και αμετάκλητα. Να ξαναμπλεχτεί κάτω απ' αυτές τις συνθήκες με νύχτα; Αυτό το βουνό των δυο μέτρων είχε λυγίσει. Περισσότερο ψυχολογικά και λιγότερο από το πρόβλημα στην καρδιά. Ηταν μόλις 60 χρόνων κι έβλεπες απέναντι σου έναν άνθρωπο άδειο. Χωρίς ενέργεια. Χωρίς κανένα κέφι. Χωρίς καμιά διάθεση να ξαναπάρει τη ζωή στα χέρια του.
Ακούγεται παράλογο, ακούγεται ακατανόητο, αλλά έτσι είναι. Αυτός που δεν είχε φοβηθεί «άλλα κι άλλα», έδειχνε φόβο απέναντι στην εγχείρηση.
Οχι από δειλία. Από επιλογή. Επειδή είχε επιλέξει να φύγει. Συμβαίνει. Κι όχι σπάνια μάλιστα. Και συμβαίνει για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.
Αυτό που δεν μπορούσες να περιμένεις ήταν ότι θα συνέβαινε στον Μάκη.
Συμπέρασμα αλλά και ηθικό δίδαγμα για όσους το παίζουν μάγκες, έστω και στον μικρόκοσμό τους. Για όποιον δεν ξέρει τα όριά του και τα ξεπερνάει.
ΠΗΓΗ:GOAL